Η έννοια του πολιτισμού

Ο πολιτισμός  αποτελεί μια ιδιαίτερα φορτισμένη έννοια, που έχει εγείρει, κατά τους τελευταίους πέντε αιώνες, έντονη προβληματική αναφορικά με τον προσδιορισμό, την εξέλιξη και τη διαμόρφωση του. Οι πρώτες απόπειρες διερεύνησης και ερμηνείας του πολιτισμού εντοπίζονται κατά το 16ο αι. και σχετίζονται σύμφωνα με τον ιστορικό  Febvre με το ζεύγος των λέξεων  civilité – civilizé, όρους που έλκουν την καταγωγή τους από τις λατινικές λέξεις civis ( πολίτης ), civilis (πολιτικός ) (RundellMennell, 1998, σ.5)  και  δηλώνουν τις αρετές της διακριτικότητας, ειλικρίνειας,  ευγένειας. Συνιστούν  αυτό που αποκαλείται  « άψογη συμπεριφορά » ενός ατόμου, έως τότε ίδιον αποκλειστικά της ανωτερότητας της  αυλικής αριστοκρατίας !  Το 18ο αι. βρίσκουμε σε χρήση τη λέξη civilization- πολιτισμός, που δηλώνει αφενός έναν κώδικα κόσμιας και ευπρεπούς κοινωνικής συμπεριφοράς και αφετέρου έναν πνευματικά καλλιεργημένο  τρόπο ζωής. (Rundell & Mennell, 1998, σ. 6) 

  Με την έννοια του  « εκπολιτισμού » και της μετάβασης  από την αγριότητα και τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό, συναντάται το 1752 σε αδημοσίευτο  σύγγραμμα του Τυργκό με θέμα την παγκόσμια Ιστορία.  Το 1756  στο έργο του  « Πραγματεία περί πληθυσμού» ( Braudel, 2001, σ. 52), ο Μιραμπώ  ασκώντας δυσμενή κριτική στη σύγχρονη του  επικρατούσα ιεραρχία αξιών , καταρρίπτει το «προσωπείο της αρετής», που προάγει η αυλική – αριστοκρατική αντίληψη περί κοσμιότητας, κομψών τρόπων, εξημέρωσης ηθών και πνευματικής καλλιέργειας. Η ερμηνεία αυτή του πολιτισμού αναφέρεται σε μια εν γένει μεταρρύθμιση της κοινωνίας, με αναμόρφωση και εξέλιξη ηθών και θεσμών, ώστε η κοινωνία να μην παρουσιάζει μια κατ΄ επίφασιν ηθικότητα, αλλά μια ουσιαστική αρετή. Ως έννοια εκλέπτυνσης των ηθών και  βελτίωσης  των θεσμών, της νομοθεσίας και της εκπαίδευσης, ο πολιτισμός αφορά στη συλλογική πρόοδο των ανθρώπινων κοινωνιών , που για πρώτη φορά φαίνεται να απομακρύνονται από την άγνοια και την ανορθολογικότητα ( Cuche, 2001, σ.21) Στη νέα ερμηνεία  του πολιτισμού συμπυκνώνεται η κοσμοθεωρία και η φιλοσοφική σκέψη των Διαφωτιστών, που αφορά στην πρόοδο της ανθρώπινης κοινωνίας , στη διάδοση της γνώσης και την ανάπτυξη της επιστήμης. Αντλώντας από το γενικό πνεύμα του Διαφωτισμού, ο πολιτισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα ανώτερο επίπεδο κοινωνικής ζωής και οργάνωσης..( Γκέφου-Μαδιανού , 1999, σ.41) Την αίσθηση  πολιτισμικής ανωτερότητας, καθώς και την ιδέα του εξελικτισμού - την πορεία κοινωνικής εξέλιξης του ανθρώπου από την αρχική κατάσταση της Αγριότητας, στη μέση κατάσταση της βαρβαρότητας  και εν συνεχεία τον Πολιτισμό - ( Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002, σ.38)  εκμεταλλεύονται  το 19ο αι.  τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη, προκειμένου να δικαιολογήσουν την αποικιοκρατική πολιτική τους σε βάρος  απολίτιστων -κατά την κρίση τους- λαών, στους οποίους αποφασίζουν να    « μεταλαμπαδεύσουν  »  τα δικά τους φώτα του πολιτισμού!

Από την πλευρά της κοινωνιολογίας, η έννοια του πολιτισμού ερμηνεύεται  ως στοιχείο κοινωνικής συνοχής και σημείο αναφοράς της συλλογικής ταυτότητας ενός κοινωνικού συνόλου. Νοείται ως η κοινωνική κληρονομιά του ανθρώπου , που μεταδίδεται από τη μια γενιά στην άλλη. Αυτό το στοιχείο δίνει στον πολιτισμό μεταβιβάσιμο και μη αναστρέψιμο  χαρακτήρα, αντίθετα προς τη μεταβλητότητα της κουλτούρας. ( Μπιτσάνη, 2004 , σ. 33)

 Στις αρχές του 20ου  αι. ο Άλφρεντ  Βέμπερ, διαχωρίζει τους όρους πολιτισμό και κουλτούρα, , αποδίδοντας στο μεν  πολιτισμό το χαρακτηρισμό υλικοτεχνικός, που αναφέρεται σε υλικά προϊόντα, τεχνολογικά επιτεύγματα, κατασκευαστικές και επιστημονικές γνώσεις, ενώ στην κουλτούρα την έννοια του πνευματικού πολιτισμού, των ιδεών και πεποιθήσεων (Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002 , σ. 46 και Μπιτσάνη, 2004, σ. 33), το « βασίλειο του ιδεώδους », κατά το Σμιθ ( Smith, 2006, σ.29)

Είκοσι  χρόνια αργότερα ο Νόρμπερτ Ελίας  επιχειρώντας  να  συμβάλει στη μελέτη και θεώρηση της πολυσημίας του πολιτισμού, συνοψίζει τις διαφορετικές σημασίες και χρήσεις του σε έναν πολυσχιδή ορισμό, όπου ο πολιτισμός παρουσιάζεται ως μια γενικότερη έννοια, που συμπεριλαμβάνει την ανάπτυξη της τεχνικής, τους τρόπους κοινωνικής συμπεριφοράς, την εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης και τον τρόπο διαβίωσης των ανθρώπων σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας και δημιουργίας, π.χ. από την παρασκευή της τροφής  έως την  επιβολή ποινών. ( Ελίας, 1997, σ. 71) 

 

 Η έννοια της κουλτούρας

 

Η προσπάθεια διαλεύκανσης της ιστορικής εξέλιξης της έννοιας της κουλτούρας,    της αποσαφήνισης, οριοθέτησης και ερμηνείας της , έχει συναντήσει πολλές δυσκολίες, λόγω της συγγένειας  και συχνά ταύτισης της με την έννοια του πολιτισμού. Η λέξη cultura -  από το πολύσημο λατινικό  ρήμα colο ( π.χ. καλλιεργώ τη γη, συγκομίζω καρπούς,) – πρωτοσυναντάται τον 1ο π.Χ. αι. σε έργο του Κικέρωνα, με τη μεταφορική σημασία  της  « καλλιέργειας  της ψυχής ».                          ( Αθανασόπουλος, 1990,σσ. 30-31)  Χρειάζεται να περάσουν 15 περίπου  αιώνες ,  για να  εγκαινιαστεί από τους Μορ και Βάκων η μεταφορική χρήση της λέξης ως  «καλλιέργεια του νου» (Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002, σ.33) Μέχρι το τέλος του 17ου αι. εξακολουθεί βέβαια να σημαίνει την πράξη του καλλιεργείν, καθώς το μεταφορικό νόημα της δεν  είναι σύνηθες και ακόμη κι όταν χρησιμοποιείται δεν τυγχάνει ακαδημαϊκής αναγνώρισης.

Το 18ο αι. η κουλτούρα αρχίζει να επιβάλλεται με το μεταφορικό της νόημα, ως καλλιέργεια των τεχνών, γραμμάτων και επιστημών. Σταδιακά συνδέεται με τις ιδέες των Διαφωτιστών περί προόδου, εξέλιξης, εκπαίδευσης, λόγου. ( Cuche, 2001, σ.19) Σηματοδοτεί την  κοινωνική ανέλιξη της αστικής τάξης, ,  χάρη στην κατάκτηση  της πνευματικής καλλιέργειας, σε αντιδιαστολή προς την αριστοκρατία, η κοινωνική θέση της οποίας ερείζεται στο  προνόμιο της ευγενούς  καταγωγής.  Ενώ οι αστοί διανοούμενοι σε Γαλλία και Αγγλία απολαμβάνουν τη συμμετοχή στην  πολιτική ζωή και τυγχάνουν  κοινωνικής αναγνώρισης, στη Γερμανία απομονωμένοι από τα πολιτικά δρώμενα, στρέφονται στο χώρο του πνεύματος , της τέχνης και των γραμμάτων, προκειμένου να εκφραστούν ελεύθερα και να δημιουργήσουν. (Πασχαλίδης – Χαμπούρη, 2002, σ.33) Υιοθετούν την έννοια της κουλτούρας (kultur) και της αποδίδουν χαρακτηριστικά αυθεντικότητας, ηθικότητας, διανόησης και πνευματικού πλούτου. Την αντιδιαστέλλουν με τον πολιτισμό, τον οποίο σχετίζουν με τη ρηχή ελαφρότητα, φαινομενικότητα και λεπτολογία της αυλικής αριστοκρατίας και (Cuche, 2001, σ. 24) Η  kultur της γερμανικής διανόησης είναι κάτι βαθύτερο, που  ανάγεται σε αξίες με τις οποίες ο άνθρωπος διαμορφώνει το χαρακτήρα και την προσωπικότητα του. Γι΄αυτό το λόγο η γερμανική κουλτούρα συνδέεται με τα εθνικά χαρακτηριστικά και την ιδιαιτερότητα ενός λαού. ( Φίλιας, 2000, σ.110 ) Το 1774 ο Χέρντερ μιλάει για διαφοροποιημένους , βάσει γεωγραφικών – κλιματικών συνθηκών και ιδιαίτερων ηθών και εθίμων , πολιτισμούς. Θεωρεί την κουλτούρα ως  ένδειξη της πολιτισμικής ταυτότητας ενός λαού, θεωρία που αποτελεί το πρώτο βήμα προς την εδαφοποίηση και πολιτικοποίηση της κουλτούρας , για τη μετατροπή της από παιδεία σε επικράτεια, από μόρφωση σε οροθέτηση, από χώρο έκφρασης και δημιουργίας σε χώρο κυριαρχίας έναντι αυτού που διαθέτει μια άλλη πολιτισμική ιδιοσυγκρασία. (Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002, σ. 36)  To 19ο αι.,  η kultur θα αποτελέσει διακριτικό γνώρισμα όλου του γερμανικού έθνους,, θα συνδεθεί με την  έννοια της ιδιοφυίας  ενός λαού, θα οριοθετήσει και θα εδραιώσει εθνικές διαφορές , δημιουργώντας στο γερμανικό λαό την πεποίθηση ότι έχει να επιτελέσει μια ειδική αποστολή ως προς την ανθρωπότητα!   (Cuche, 2001, σ.26)

 Το 1871 ο  Τέιλορ είναι  ο πρώτος που βλέπει την κουλτούρα ως  καθολική έκφραση του ανθρώπινου βίου, μακριά από ευρωκεντρικές αντιλήψεις, «πρωτόγονα»  πολιτισμικά χαρακτηριστικά  και  φυλετικές διαφορές βάσει βιολογικής κληρονομικότητας. (Φίλιας, 2000, σ.24) Ο Τέιλορ αντιλαμβάνεται την κουλτούρα ως « ένα πολυσύνθετο όλον, που συνδυάζει γνώσεις, πίστεις, τέχνη, νόμους, ήθη και έθιμα,  όλα όσα κατέκτησε ο άνθρωπος ως μέλος μιας κοινωνίας ». ( Αθανασόπουλος, 2000, σ.32 και Μπιτσάνη,  2004,σ.33 )

Οι σημασίες που έχουν αποκτήσει κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες , οι έννοιες του πολιτισμού και της κουλτούρας, τυγχάνουν τον 20ο αι ουσιαστικής αναθεώρησης. Οι Μπόας και Τόμσον ανοίγουν το δρόμο για τη διαμόρφωση μιας νέας αντίληψης περί κουλτούρας. Δυναμική και μεταβαλλόμενη, υφίσταται ανταλλαγές και αλληλεπιδράσεις, πολιτικές συγκρούσεις και οικονομικοκοινωνικές ανισότητες, ενσωματώνει  διαρκώς καινούρια , ετερόκλητα και διαφοροποιητικά στοιχεία, χαρακτηριστικά που την καθιστούν πεδίο έκφρασης μιας ποικιλίας ηθών, αξιών, πρακτικών και κοσμοαντιλήψεων. (Πασχαλίδης – Χαμπούρη, 2002,σ.51)

Η έννοια της μαζικής κουλτούρας

 

Η μαζική κουλτούρα , σε μια προδρομική μορφή , εμφανίζεται στην κλασική αρχαιότητα μέσα από τη διάσταση στον τρόπο ζωής και  έκφρασης  (π.χ. μορφές Τέχνης και ψυχαγωγίας) αρχαίων Ελλήνων  και Ρωμαίων. Οι πρώτοι αντιπροσωπεύουν το κλασικό ιδεώδες, την ελληνική αλήθεια και αντικειμενικότητα και το αντιπαρατάσσουν στο ρωμαϊκό πρότυπο αρνητικού κλασικισμού, στις εκδηλώσεις  βαρβαρότητας  και παρακμής, στο σύνθημα « άρτος και θεάματα » για το λαό.  ( Μπράντλιντζερ, 1999,σ.48)              Ηράκλειτος, Πλάτωνας και Ιουβενάλης αντιμετωπίζουν με τον ίδιο σκεπτικισμό το λαό και τις πολιτισμικές του συνήθειες, (Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002,σ.91) θεωρώντας πως έχει ξεπέσει από το ιδεώδες παρελθόν σε ένα ευτελές και κενόδοξο παρόν.

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα  και μέχρι το 18ο αι., το φεουδαρχικό σύστημα καθιερώνει τη διάκριση και διαφοροποίηση  ανάμεσα στην κουλτούρα της κοινωνικής ολιγαρχίας και των λαϊκών στρωμάτων, αντιμετωπίζοντας με περιφρόνηση , αλλά και φόβο τις « δημοφιλείς » μορφές κουλτούρας του «όχλου».      Στα μέσα του 18ου αι. οι ιδέες των Διαφωτιστών και οι αρχές της  Γαλλικής Επανάστασης σηματοδοτούν  τη μετάβαση στη νέα εποχή της νεωτερικότητας, συνυφασμένη  αφενός με τη Βιομηχανική Επανάσταση, που επιφέρει εκβιομηχάνιση και αστικοποίηση  και αφετέρου με τις λαϊκές διεκδικήσεις για πρόσβαση στην εκπαίδευση και την πολιτική ζωή. Η χρήση των νέων μέσων μαζικής επικοινωνίας (mass media) και ο εκμηχανισμός της τυπογραφίας συντελούν  σταδιακά στη μαζική  παραγωγή,  προώθηση και κατανάλωση πολιτισμικών προϊόντων , ευρείας μεν απήχησης, αμφιβόλου δε ποιότητας. (Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002,σ.92)  Τα μέσα αυτά συνιστούν μια μορφή πολιτιστικής ισοπέδωσης μεταξύ των κοινωνικών ομάδων ως επακόλουθο της πολιτιστικής ομοιογενοποίησης που προκαλούν. (Cuche, 2001,σ.130)  Υπό αυτές τις συνθήκες,  έννοιες όπως μάζα, μαζικός, μαζική κοινωνία, μαζική κουλτούρα καθιερώνονται στα μέσα του 19ου αι. και αποτελούν την αιχμή του δόρατος ανάμεσα στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις , που νιώθουν ότι απειλούνται τα μορφωτικά τους προνόμια  και στα λαϊκά στρώματα, που στερούνται   πολιτιστικής εκπαίδευσης. Αν και η λέξη μαζική  προσδίδει στην έννοια της κουλτούρας  μια ποσοτική διάσταση - δημιουργείται για τους πολλούς, απευθύνεται προς τις μάζες -   στην πραγματικότητα υπολανθάνει μια υποτιμητική ερμηνεία. Όπως αναφέρει ο  Αγραφιώτης « ο όρος είναι παραπλανητικός, επειδή δεν επιτρέπει το σαφή διαχωρισμό της κουλτούρας των μαζών από την κουλτούρα για τις μάζες ». (Αγραφιώτης, 1999,σ.75) Συντηρητικοί και αριστεροί στοχαστές, ήδη από το 1835 [1] αρχίζουν την πολεμική  σε βάρος της μαζικής κουλτούρας συμφωνώντας στο ότι το κοινό  δημιουργείται και χειραγωγείται από την πολιτισμική βιομηχανία  [2]  και τα προϊόντα της, « προϊόντα κομμένα και ραμμένα για να καταναλωθούν από τις μάζες», όπως αναφέρει ο Αντόρνο

 ( Adorno, 2000, σ.13) Οι συντηρητικοί θεωρούν ότι  με την κυριαρχία της μαζικής κουλτούρας διασαλεύεται η επικρατούσα κοινωνική ιεραρχία και υπονομεύονται ήθη και παραδόσεις  , αφού ο εκδημοκρατισμός  αντιπροσωπεύει μια κατάσταση παρακμής και έκπτωσης ηθών  και πολιτισμικών αξιών , τα οποία κατά το Λήβις μόνο οι ολιγάριθμες πολιτισμικές ελίτ μπορούν να διασώσουν.(Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002,σ.97) Οι αριστεροί στοχαστές επικρίνουν από τη μεριά τους τη μαζική κουλτούρα, χαρακτηρίζοντας την επιφανειακή και παροδική , με χαρακτήρα τυποποιημένο και εμπορικό, που αντικαθιστά την αυθεντική λαϊκή κουλτούρα με ένα συνονθύλευμα « λέξεων, ήχων, εικόνων, μορφοποιημένων υλικών » (Αγραφιώτης, 1999,σ.76). Δεν πρόκειται για αυθόρμητη  και αβίαστη λαϊκή έκφραση και δημιουργία, αλλά για μια κατευθυνόμενη από τις πολιτισμικές βιομηχανίες , μαζοποιημένη παραγωγή εύπεπτων και εύληπτων από τα λαϊκά στρώματα  προϊόντων - που το κοινό θέλει ή ακόμη χειρότερα νομίζει ότι θέλει ( Έκο, 1987, σ.66) - , που ανακυκλώνονται και αναπαράγονται , ακολουθώντας τις  εκάστοτε επιταγές των mass media. Ο Έκο βέβαια υποστηρίζει ότι η αυστηρή κριτική, ακόμη και καταδίκη των mass media θα μπορούσε να θεωρηθεί  θεμιτή, όταν ασκείται στο σύγχρονο ανθρώπινο πρότυπο, όχι με συγκριτικές αναφορές σε πρότυπα της αναγέννησης. ( Έκο, 1987, σελ.59) 

Στο ίδιο μήκος κινείται και  η προσέγγιση της μαζικής κουλτούρας από τους οπαδούς της πλουραλιστικής θεωρίας, που αν και τη θεωρούν κατώτερη μορφή κουλτούρας, τουλάχιστον δεν την καταδικάζουν ή απορρίπτουν , υποστηρίζοντας ότι κάθε κοινωνική ομάδα έχει τη δυνατότητα να επιλέξει συνειδητά  το πολιτιστικό προϊόν που επιθυμεί κάθε φορά, χωρίς αυτό να την χαρακτηρίζει μόνιμα. Το ότι μπορεί κάποιος να καταναλώσει ένα προϊόν «βάναυσης κουλτούρας» σε κάποια στιγμή της ζωής του , δε σημαίνει  απαραίτητα  ότι σε κάποια άλλη δεν μπορεί να επιλέξει ένα προϊόν της  « εκλεπτυσμένης κουλτούρας » [3] . Η πλουραλιστική προσέγγιση απομακρύνεται από τη νοσταλγία του παρελθόντος και την καταστροφολογία των προηγούμενων  θεωριών (Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002,σ.106)  και με πιο αισιόδοξη διάθεση προβάλλει την ελεύθερη επιλογή του κοινού ανάμεσα σε ισότιμες - έστω κι αν δεν είναι ισάξιες - κατηγορίες κουλτούρας και προτιμά αντί του όρου μαζική, το λιγότερο υποτιμητικό - και περισσότερο ουδέτερο κατά τον Γκανς (Gans, 1999,σ. 5) -  χαρακτηρισμό δημοφιλής κουλτούρα. (Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002,σ.111) 

 

Η έννοια της υψηλής τέχνης

 

Ο Adorno απορρίπτει τη δημοφιλή κουλτούρα ως « επιπόλαιη, τετριμμένη, επικίνδυνη και παραπλανητική». Βλέπει  αντίθετα με θετικό μάτι τα πολιτισμικά προϊόντα της υψηλής τέχνης , τα οποία υποστηρίζει ότι έχουν πνευματική αξία και ενθαρρύνουν τον άνθρωπο να  στοχαστεί  και να καλλιεργήσει την κριτική του σκέψη. ( Smith, 2006, σ.91) Προϊόν της αποκαλούμενης ποιοτικής κουλτούρας, η υψηλή τέχνη εκφράζει τις πολιτισμικές προτιμήσεις της κοινωνικής ελίτ της κάθε εποχής. Η διάκριση ανάμεσα στην ποιοτική  - υψηλή τέχνη και τη χαμηλή  - μαζική κουλτούρα συνιστά  τόσο  έναν  ποσοτικό  προσδιορισμό  διαφοροποίησης -  η πρώτη απευθύνεται στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ενώ η δεύτερη στις μάζες - , όσο και  έναν ποιοτικό, αφού  στην  υψηλή τέχνη αντιστοιχούν πολιτισμικά προϊόντα  που βρίσκονται στην ανώτερη βαθμίδα αισθητικής αξίας και καταναλώνονται από άτομα υψηλά ιστάμενα στην κοινωνική ιεραρχία. Οι έννοιες λοιπόν υψηλή και μαζική δε χρησιμοποιούνται ως  αποτέλεσμα ορθολογικής σκέψης, αλλά ως  « βίαιοι δείκτες  των θέσεων στην οικονομικοκοινωνική ιεραρχία » , με τις όποιες πολιτισμικές επιπτώσεις αυτού. (Gans, 1999,σ. 7).    Ως όρος καθιερώνεται το 18ο αι.  από τους αστούς διανοούμενους και τους καλλιτέχνες, προκειμένου « να αντιπαραθέσει ένα πρότυπο ορθολογικής, αληθινής και ηθικής τέχνης απέναντι στην επιτήδευση, την ανειλικρίνεια και την ελαφρότητα της αυλικής τέχνης ». (Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002, σ.130)  Συνδέεται με το κίνημα του νεοκλασικισμού, το οποίο επανακυρώνει στη σύγχρονη εποχή τα ιδανικά και πρότυπα των Τεχνών της κλασικής αρχαιότητας και το 19ο αι. « διευρύνεται ώστε να συμπεριλάβει  έργα των μεγάλων καλλιτεχνών όλων των παρελθουσών εποχών του δυτικού πολιτισμού », « έργα που  καθιερώνονται ως κλασσικά  και θεωρούνται πως έχουν διαχρονική και οικουμενική αξία ». (Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002, σ.130)  Τον 20ο αι. η πολιτισμική ιεραρχία των δύο προηγούμενων αιώνων αρχίζει να αμφισβητείται και σταδιακά να καταργείται, καθώς η εποχή της νεωτερικότητας επιφέρει ριζικές αλλαγές σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης δραστηριότητας, οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική, με αποτέλεσμα να αναστέλλεται η διαιώνιση κατεστημένων  δομών, κανόνων και αξιών.



[1] Συντηρητική κριτική  της μαζικής κουλτούρας στο έργο του ντε Τοκβίλ  « Η Δημοκρατία στην Αμερική »

[2] Ο όρος χρησιμοποιείται για πρώτη φορά  το 1947 στο βιβλίο  του Horkheimer “Διαλεκτική του Διαφωτισμού”

 

[3] Σύμφωνα με τα επίπεδα ποιότητας κουλτούρας του Σιλς (Πασχαλίδης & Χαμπούρη, 2002, σ.107) 

 

Δρ Τόνια Τζαναβάρα
Αρχαιολόγος-Ιστορικός Τέχνης
Διδάκτωρ Μουσειολογίας
Έφορος Δημοτικής Πινακοθήκης Κορίνθου

* Το παρόν κείμενο συγγράφηκε στα πλαίσια εκπόνησης εργασίας στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα "Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων " του ΕΑΠ

 

 

logo final120

ΧΡΗΣΙΜΑ LINKS

 

 libkor

 

 

 

ΩΡΑΡΙΟ

Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΗ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟ:

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ
(Δευτέρα - Παρασκευή) 9.00 – 13.00

Κατά την περίοδο φιλοξενίας περιοδικών εκθέσεων, το ωράριο διαφοροποιείται.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κολοκοτρώνη 4

Κόρινθος

20100

27410 20120

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.